Τρίτη, 5 Σεπτεμβρίου 2017

Ο Πρωτοκορυφαίος Απόστολος Παύλος και η Θεολογία του



Αποτέλεσμα εικόνας για Ο Πρωτοκορυφαίος Απόστολος Παύλος και η Θεολογία του
Ο Πρωτοκορυφαίος Απόστολος Παύλος και η Θεολογία του
 ΠΡΩΤΟΚΟΡΥΦΑΙΟΣ : Κορυφαία θέση μεταξύ των αποστόλων του Κυρίου κατέχει και δίκαια ο Απόστολος Παύλος. Το κήρυγμα του Ευαγγελίου, μέσα από τη δική του φωνή και τα γραπτά του απλώθηκε πέρα από τα στενά όρια του Ιουδαϊσμού, ως τα πέρατα του τότε γνωστού κόσμου. Ας αποφύγουμε να μιλήσουμε για το γεγονός της μεταστροφής του, για τις περιοδείες του και το μαρτύριό του κι ας επικεντρωθούμε για λίγο στο θεολογικό του λόγο.
ΠΑΥΛΕΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑ : Η Θεολογία του Αποστόλου Παύλου είναι επηρεασμενη από τέσσερις βασικούς παράγοντες:
α από τον Ιουδαϊκό κόσμο και την Παλαιά Διαθήκη,
β από τον Ελληνιστικό κόσμο,
γ από την πρώτη Χριστιανική Εκκλησία και
δ από την προσωπική εμπειρία της εμφάνισης του Κυρίου στον ίδιο, που οδήγησε στη μεταστροφή του.
Η επήρειά του από τα στοιχεία του ελληνιστικού κόσμου φαίνεται από το δανεισμό πολλών όρων ή εκφράσεων που χρησιμοποιεί στις Επιστολές του (Υιός Θεού, Κύριος, Σωτήρ, Πλήρωμα της Θεότητος, Εικών Θεού, κ.α.) και από τη χρήση πολλών φιλοσοφικών όρων ( σώμα, ψυχή, νους, πνεύμα, καρδία, σαρξ). Αυτό εξηγείται από το ότι ο τόπος δράσης του Παύλου ήταν περιοχές όπου κυριαρχούσαν οι μυστικές θρησκείες και οι φιλοσοφικές σχολές των Επικούριων και των Στωικών.
Είναι αλήθεια, όμως, πως η φρασεολογία και οι φιλοσοφικοί όροι που χρησιμοποίησε στη διδασκαλία του και στις Επιστολές του πήραν νέα μορφή ειδωμένες κάτω από το πρίσμα της Θείας Οικονομίας και του προαιωνίου σχεδίου του Θεού, όπως φαίνεται ή προτυπώνεται στην Παλαιά Διαθήκη και επαληθεύεται από τη σάρκωση του Υιού-Λόγου του Θεού και τη λυτρωτική για μας τους ανθρώπους, που είμαστε εικόνες του Θεού, σταυρική Του θυσία.
Για τον Παύλο, οι προφητείες και οι προσδοκίες της Παλαιάς Διαθήκης εκπληρώνονται στο πρόσωπο του Χριστού και την εγκαθίδρυση της Εκκλησίας. Έτσι, οι διάφορες φάσεις της ζωής του Χριστού, και ειδικά ο θάνατος Του, η ταφή, και η Ανάστασή Του, λαμβάνουν χώρα «κατά τας Γραφάς», ενώ οι Προφητείες των Γραφών ερμηνεύονται συμβολικά, ως προτύπωση δηλαδή, αυτών που επακολούθησαν με τη Σάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού και τα διάφορα γεγονότα της επίγειας διαδρομής Του.
Κύριο όμως χαρακτηριστικό της Αποστολικής του διδαχής είναι η εσχατολογία του και η χρήση πολλών χωρίων της Παλαιάς Διαθήκης, τα οποία ανάγει στη νέα κατάσταση που είχε δημιουργηθεί: στην εμφάνιση δηλαδή του Μεσσία, τη σταυρική Του θυσία και την Ανάστασή Του. Έτσι, επί παραδείγματι, στην προς Γαλάτας Επιτολή του ο Απ. Παύλος, αναφερόμενος στην περιτομή των Ιουδαίων, ως τύπο, καταλήγει στο συμπέρασμα πως η περιτομή της Παλαιάς Διαθήκης, οδηγεί στην περιτομή «καρδίας» και παθών των πιστών της νέας θρησκείας, ενώ η Ιερουσαλήμ των Ισραηλιτών ανάγεται στην επουράνια νέα Σιών των θεωμένων πιστών, του Νέου Ισραήλ της Χάριτος.

Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ




Ἰωάννης Β. Βελιτσιάνος
Διδάκτωρ Θεολογίας Α.Π.Θ.  –
Επιστημονικός Συνεργάτης
(Ι.Ε.Θ.Π.)


         Την εκκλησία της Θεσσαλονίκης ίδρυσε ο Παύλος κατά τη β΄ ιεραποστολική περιοδεία του[1], η οποία άρχισε μετά την Αποστολική Σύνοδο της Ιερουσαλήμ (48/49) και συμπίπτει με τη νέα εποχή που αρχίζει στις σχέσεις Ελληνισμού και Χριστιανισμού. Αρχικά ο Παύλος ξεκίνησε από την Αντιόχεια με τη συνοδεία του Σίλα, με σκοπό να επισκεφτεί τους χριστιανούς της Μ. Ασίας και να τους ενισχύσει στην πίστη τους.[2]  Μετά από επίσκεψη του Παύλου στις εκκλησίες της Λυκαονίας και με την προσθήκη στη συνοδεία του Τιμόθεου που τον παραλαμβάνει στα Λύστρα, πηγαίνει στη Φρυγία και στη Γαλατική χώρα και στη συνέχεια στην Τρωάδα, από όπου και ύστερα από ένα όραμα έρχεται στη Μακεδονία: « Και όραμα δια της νυκτός τω Παύλω ώφθη, ανήρ Μακεδών τις ην εστώς και παρακαλών αυτόν και λέγων.  διαβάς εις Μακεδονίαν βοήθησον ημίν» (Πρξ. 16,9). Ο απόστολος Παύλος κατάλαβε πως η παράκληση αυτή του Μακεδόνα είναι η πρόσκληση του Θεού να ευαγγελισθούν το Όνομά του σ’ ένα κόσμο διαφορετικό απ’ αυτόν που γνώριζαν μέχρι τώρα[3].  Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, η παρουσία του Παύλου στη Μακεδονία χαρακτηρίζεται από δύο σημαντικά γεγονότα: το πρώτο είναι το όραμα της Τρωάδας και το δεύτερο η σχέση που είχε το κήρυγμα του Παύλου στη Μακεδονία και στην Ελλάδα γενικότερα με τις αποφάσεις της Αποστολικής Συνόδου της Ιερουσαλήμ. Έτσι, σύμφωνα με το βιβλίο Πράξεις των Αποστόλων, ο απόστολος Παύλος με τη συνοδεία του πήραν το πλοίο από την Τροία με προορισμό τη Σαμοθράκη και από εκεί βγήκαν στο λιμάνι της Νεάπολης (σημερινή Καβάλα) και έπειτα συνέχισαν πεζοί στους Φιλίππους.  Η πόλη των Φιλίππων ήταν ο πρώτος σταθμός της ιεραποστολικής δραστηριότητάς του στο ευρωπαϊκό έδαφος. Ο ίδιος ακολουθώντας την Εγνατία οδό και περνώντας από την Αμφίπολη και την Απολλωνία έφθασε στη Θεσσαλονίκη[4]. Αν και οι Φίλιπποι είναι η πρώτη ευρωπαϊκή πόλη που δέχτηκε το μήνυμα του ευαγγελίου από τον απόστολο Παύλο, η εκκλησία της Θεσσαλονίκης είναι η πρώτη που δέχτηκε τις δύο πρώτες επιστολές του αποστόλου των εθνών που αποτελούν και τα αρχαιότερα καινοδιαθηκικά κείμενα. Έτσι στην παρούσα μελέτη θα εστιάσουμε την έρευνά μας στον τρόπο μετάδοσης του λόγου του Κυρίου στην πόλη της Θεσσαλονίκης από τον απόστολο Παύλο.

Η εν Χριστώ σωτηρία κατά τον Απ. Παύλο και τους Έλληνες Πατέρες Μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος Ware

«Τί με δει ποιείν ίνα σωθώ;» (Πράξ. 16:30). Το ερώτημα που ετέθη στον Παύλο και τον Σίλα από τον δεσμοφύλακα στους Φιλίππους είναι αυτό που όλοι οι άνθρωποι θέτουν, ευθέως ή εμμέσως, είτε με μία διατύπωση είτε με κάποια άλλη είναι το πρωταρχικό και αιώνιο ερώτημα. Είναι το ερώτημα που θέτει ο μαθητής στον πνευματικό του πατέρα στο Γεροντικό: «Πες μας έναν λόγο: πώς θα σωθούμε;». Ο λόγος του αββά είναι ρητώς ένας λόγος σωτηρίας που μας αναγεννά και μας ολοκληρώνει. Διότι αυτό είναι το υπέρτατο που αναζητά το ανθρώπινο είδος από τη θρησκεία: η σωτηρία.
«Πίστευσον επί τον Κύριον Ιησούν Χριστόν και σωθήση» (Πραξ. 16:31): αυτή είναι η απάντηση που δίνουν ο Παύλος και ο Σίλας στον δεσμοφύλακα. Πώς, λοιπόν, γίνεται κατανοητή κατόπιν στις επιστολές του αποστόλου Παύλου αυτή η εμπειρία της σώζουσας πίστεως στον Ιησού Χριστό; Στον απόστολο Παύλο δεν υπάρχει μία μονοδιάστατη προσέγγιση στο μυστήριο της σωτηρίας. Για να εκφράσει τη δυναμική εμπειρία της νέας ζωής «εν τω σταυρωθέντι και αναστάντι Χριστώ», μετέρχεται μία ποικιλία συμβόλων και μεταφορικών φράσεων οι οποίες δεν είναι αμοιβαίως αποκλειστικές αλλά συμπληρωματικές:
egolpio
(1) Μερικές φορές ο Παύλος ερμηνεύει το σωστικό έργο του Χριστού με όρους θυσίας. Ο Χριστός είναι ο πασχαλινός αμνός, ο οποίος γίνεται υπαίτιος της διάβασης μας «εκ του θανάτου εις την ζωήν»: «και γαρ το Πάσχα ημών υπέρ ημών ετύθη Χριστός ώστε εορτάζωμεν» (Α’ Κορ. 5:7). Το ίδιο σύμβολο βρίσκεται και στην αρχή του τετάρτου Ευαγγελίου: «Ίδε ο αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου» (Ιω. 1:29). Αυτό το Πασχαλινό ρητορικό σχήμα – και όχι μόνον ρητορικό, αλλά και θεολογικό – αργότερα έλκει την προσοχή π.χ. του Μελίτωνος Σάρδεων στο τέλος του δευτέρου αιώνος και αναπτύσσεται εντυπωσιακά στον κανόνα του αγ. Ιωάννου του Δαμασκηνού στον Όρθρο της Κυριακής της Αναστάσεως.
(2) Στενά συνδεδεμένη με την παραπάνω είναι η αντίληψη του λύτρου και της υποκαταστάσεως. Για τον απ. Παύλο, ο Χριστός είναι η προσφορά αμαρτίας, ο αποπομπαίος τράγος (Λευ. 16:10). το αθώο θύμα που μας απαλλάσσει από τις αμαρτίες μας παίρνοντας τες επάνω Του. «Χριστός ημάς εξηγόρασεν εκ της κατάρας του νόμου γενόμενος υπέρ ημών κατάρα» (Γαλατάς 3:13, συγκρ. Ρωμ. Β:3) «τον γαρ μη γνόντα αμαρτίαν υπέρ ημών [ο Θεός] αμαρτίαν εποίησεν, ίνα ημείς γενώμεθα δικαιοσύνη Θεού εν αυτώ» (Β’ Κορ. 5:21). Με αυτόν τον τρόπο ο Χριστός είναι το αντίψυχόν μας, για να χρησιμοποιήσουμε τη φράση του Αγ. Αθανασίου Αλεξανδρείας, αυτός που θυσιάζει τη ζωή Του για χάρη μας, ώστε εμείς με τη σειρά μας να μπορέσουμε να ζήσουμε.

Ο Απόστολος Σίλας και η σχέση του με τον Απ. Παύλο Αθανάσιος Μουστάκης, Δρ Θεολογίας

Στις 30 Ιουλίου η Εκκλησία μας τίμησε τη μνήμη των Άγιων Αποστόλων Σίλα, ΣιλουανούΕπαινετού, Κρήσκη και Ανδρονίκου εκ των Ο’.
Αναφέρονται στην Καινή Διαθήκη και ήταν συνεργάτες και συνοδοιπόροι του αποστόλου Παύλου. Ο απ. Σίλας αναφέρεται στα κεφάλαια 15-18 των Πράξεων Αποστόλων, ο απ. Σιλουανός στο Β΄ Κορινθίους 1:19, στον πρώτο στίχο των επιστολών Α΄ και Β΄ προς Θεσσαλονικείς (στους χαιρετισμούς που ο απ. Παύλος και οι συνεργάτες του απευθύνουν προς τους χριστιανούς της Θεσσαλονίκης) και στην Α΄ Πέτρου (5:12 στους χαιρετισμούς του τέλους, όπου ο άγιος Σιλουανός χαρακτηρίζεται «πιστός ἀδελφός» του απ. Πέτρου). Στην Β΄ Τιμοθέου ο απ. Κρήσκης (4:10, «Κρήσκης εἰς Γαλατίαν») και στην προς Ρωμαίους οι απόστολοι Επαινετός (16:5) και Ανδρόνικος (16:7).
Ο απ. Σίλας εμφανίζεται για πρώτη φορά στο 15ο κεφάλαιο των Πράξεων. Σε αυτό περιγράφεται η Αποστολική Σύνοδος (Δεκέμβριος του 48 μ.Χ.) που ασχολήθηκε με το πολύ σημαντικό πρόβλημα της αναγκαιότητας ή όχι της διενέργειας περιτομής για τη σωτηρία. Η Σύνοδος, όπως ήταν αναμενόμενο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κάτι τέτοιο δεν είναι αναγκαίο και απέστειλε στους πιστούς της Αντιόχειας επιστολή στην οποία είχαν καταγράψει την απόφαση της συνόδου για να τους ενημερώσει σχετικά.
silas2
Ο απ. Σίλας, μαζί με τον απ. Ιούδα, ως απεσταλμένοι της Εκκλησίας της Ιερουσαλήμ, συνόδευσαν τους απ. Παύλο και Βαρνάβα στην Αντιόχεια για να μεταφέρουν, πέρα από την επιστολή, και την αγάπη και τη στήριξη των αποστόλων της Ιερουσαλήμ και των μελών της Εκκλησίας της Ιερουσαλήμ στους αδελφούς της Αντιόχειας. Πράγματι, οι πιστοί της Αντιόχειας τους δέχθηκαν με μεγάλη χαρά και ανακούφιση.

Ο Απ. Παύλος ως άγγελος εξηγητής! Darko Krstic, Δρ. Θεολογίας

Ο Απόστολος Παύλος ως  ο αποκαλυπτικός άγγελος εξηγητής (angelus interpres) στην προς Γαλάτας επιστολή*

Serres_256
*Εισήγηση στο 13ο διεθνές συνέδριο της Ελληνικής Εταιρείας Βιβλικών Σπουδών στις Σέρρες (7-9 Νοεμβρίου 2014)
Τις τελευταίες δεκαετίες η θεολογική έρευνα της προς Γαλάτας επιστολής ασχολήθηκε σοβαρά με το θέμα του αποκαλυπτικού υποβάθρου της επιστολής. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι στην εν λόγω επιστολή ενυπάρχουν όλα τα στοιχεία της αποκαλυπτικής κοσμοθεωρίας ούτε ότι το κείμενό της είναι οργανωμένο στα διηγηματικά πρότυπα ενός καθαρά αποκαλυπτικού κειμένου. Με άλλα λόγια, εκ πρώτης όψεως δεν υπάρχει ομοιότητα ανάμεσα στην προς Γαλάτας επιστολή και π.χ. στην Αποκάλυψη του Ιωάννη. Αυτό, όμως, δεν διαβεβαιώνει εκ των προτέρων τον ισχυρισμό ότι η προς Γαλάτας επιστολή δεν μπορεί να ενταχθεί στα βιβλικά κείμενα με αποκαλυπτική αντίληψη για τον Θεό, για τον άνθρωπο και για τη φύση του χρόνου. Εξάλλου, η ποικιλία των αποκαλυπτικών κειμένων, τόσο στη Βίβλο όσο και στην εξωβιβλική γραμματεία, μαρτυρεί ότι η αποκαλυπτική αντίληψη εκφραζόταν ποικιλοτρόπως και σε διαφορετικές κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες. Όπως παρατηρεί ο καθηγητής Καϊμάκης, «όσον αφορά το περιεχόμενό τους, τα κείμενα αυτά έχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά, τα οποία φυσικά δεν εμφανίζονται όλα ανεπτυγμένα στον ίδιο βαθμό σε κάθε αποκαλυπτικό βιβλίο» (Δ. Καϊμάκης). Η ανίχνευση μερικών από τα κοινά αποκαλυπτικά στοιχεία στην επιστολή προς Γαλάτας, που θα είναι το πρώτο μέρος αυτής της διάλεξης, θα καθιστούσε ως βάσιμη την υπόθεση για το αποκαλυπτικό υπόβαθρό της, παρόλο που η επιστολή δεν έχει την διηγηματική δομή ενός κλασικού αποκαλυπτικού κειμένου. Στο δεύτερο μέρος αυτής της διάλεξης θα ασχοληθώ με το ρόλο του Παύλου σε αυτό το αποκαλυπτικό πλαίσιο της επιστολής, δηλαδή στη θέση που ο Παύλος δίνει στον εαυτό του στο κοσμικό δράμα της επιστολής.
paulagg
Α) Τα αποκαλυπτικά χαρακτηριστικά της επιστολής
Η ίδια η κειμενική δομή της επιστολής συνηγορεί για το αποκαλυπτικό πλαίσιό της. Ο Παύλος ανοίγει την επιστολή με σαφή αποκαλυπτική αναφορά στον αιώνα του ενεστώτος, στο οποίο κυριαρχεί το κακό, όταν περιγράφει το σοτηριολογικό έργο του Χριστού: «χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ θεοῦ πατρὸς ἡμῶν καὶ κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ δόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν, ὅπως ἐξέληται ἡμᾶς ἐκ τοῦ αἰῶνος τοῦ ἐνεστῶτος πονηροῦ» (Γαλ 1,3-4). Στη συνέχεια ο Παύλος δεν εξηγεί ρητά σε ποια πραγματικότητα μεταφέρθηκαν οι χριστιανοί, αλλά είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι απελευθερώθηκαν από την κυριαρχία του κακού στον παρόντα αιώνα και ότι τώρα ζούνε στον αποκαλυπτικό καινό αιώνα του Πνεύματος