Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΟΜΑ Η περίοδος της Εικονομαχίας

Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΟΜΑ

Η περίοδος της Εικονομαχίας


Η περίοδος της Εικονομαχίας

ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ ΤΩΝ ΜΕΣΩΝ ΧΡΟΝΩΝ
Κεφάλαιο Γ'
Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΙΑΣ
        Από την εποχή του Ηράκλειου μεταβαίνει αναγκαστικά η έρευνα  στην περίοδο βασιλείας του Λέοντα Γ' του Ίσαυρου, ελλείψει ενδιάμεσων πληροφοριών. Απ' ότι φαίνεται στην ενδιάμεση περίοδο η λειτουργία του Πανεπιστημίου συνεχίστηκε απρόσκοπτα. Στους ιστορικούς και χρονογράφους της εποχής οφείλεται η πληροφορία για την πυρκαγιά του Οικουμενικού Διδασκαλείου και της Βιβλιοθήκης τους, πράξη που οφείλεται στην εμπάθεια που έδειξε ο Λέοντα Γ' σε όσους αντιτίθονταν στην εικονομαχική πολιτική του. Από το Χρονικό του Γεώργιου Μοναχού, χρονογράφου του Θ' αι. που ολοκλήρωσε το έργο του γύρω στο 866 μ.Χ. μαθαίνουμε:
       «Φησί δε τινες και τούτο πιστότατοι άνδρες, ότι προς τη Βασιλική καλουμένη κινστέρνη τη ούση πλησίον των Χαλκοπρατείων παλάτιον ην σεμνόν, εν ω υπήρχε κατά τύπον αρχαίον οικουμενικός διδάσκαλος έχων μεθ' εαυτού ετέρους μαθητάς αυτού και συλλήπτορας προύχοντας άνδρας τον αριθμόν ιβ' πάσαν επιστήμην μετερχομένους και τα εκκλησιαστικά κρατύνοντας δόγματα, βασιλικάς διαίτας και βίβλους ωσαύτως έχοντας, ων οι βασιλείς άνευ βουλήν ή γνώμην ουκ εθέσπιζον. Τούτους ο αγριώτατος θηρ και δυσώνυμος βάναυσος προσκαλεσάμενος επειράτο πείθειν συνθέσθαι αυτού τη αθεΐα. Των δε τούτο μη καταδεξαμένων, αλλά και μάλλον ελεγξάντων αυτού την ασέβειαν, προσέταξε συρομένους αυτούς ατίμως εν τω αυτώ τόπω του διδασκαλείου αυτών εγκλεισθήναι. Τούτου δε γενομένου τη νυκτί πάλιν αποστείλας ο ανήμερος δράκων νυκτεπάρχους τινας και απηνείς άνδρας προσέταξε συναχθήναι πλήθος ξύλων και τούτων υπαφθέντων κατακαήναι τους άνδρας συν των οικημάτων και των βιβλίων και των λοιπών αυτοίς υπαρχόντων. Ου γενομένου πάντες άρδην κατεφλέχθησαν. Έκτοτε ουν η των επιστημών γνώσις εν Ρωμανία εσπάνισε τη των βασιλευόντων γνωσιμάχων απονοία μειουμένη έως των ημερών Μιχαήλ και Θεοδώρας των ευσεβών και πιστών βασιλέων»29.
           Οι πληροφορίες που εξάγονται από αυτό το κείμενο είναι οι εξής:
       - Υπήρχε σχολή κοντά στο παλάτι των Χαλκοπρατείων, στην περιοχή της Βασιλικής δεξαμενής.
        - Εκεί δίδασκε ένας «Οικουμενικός Διδάσκαλος» με δώδεκα μαθητές-βοηθούς, οι οποίοι είχαν επιστημονική και θεολογική παιδεία, και κατείχαν κάποιο διοικητικό αξίωμα, συμβουλευτικού χαρακτήρα.
       - Έγινε προσπάθεια προσεταιρισμού τους από τον εικονομάχο Λέοντα τον Γ', χωρίς αποτέλεσμα. Ένεκα τούτου διατάχθηκε η εκτέλεσή τους.
       - Πυρπολήθηκε το διδασκαλείο και η βιβλιοθήκη, από τους εικονομάχους και έκτοτε σταμάτησε η παροχή ανώτατης εκπαίδευσης στην Κωνσταντινούπολη.
       Το παραπάνω επεισόδιο χαρακτηρίζεται από τον Paul Lemerle ως «εικονόφιλος μύθος» και «δήθεν καταστροφή του πανεπιστημίου»30. Πέραν όμως από καλλωπισμένη έκφραση, δεν βρίσκουμε κάποιο επιχείρημα. Δεν βρίσκουμε επίσης με ποια από όλες τις πληροφορίες διαφωνεί, και απορριπτει όλο το συμβάν. Η ύπαρξη του πανεπιστημίου στην θέση που το τοποθετεί ο Γεώργιος Μοναχός είναι γνωστή και την παραδέχεται - γνωρίζουμε ότι πραγματικά εκεί ήταν η θέση του πανεπιστημίου και της βιβλιοθήκης -. Ότι υπήρχε ο τίτλος του «Οικουμενικού Διδασκάλου» και αποδίδονταν στον σχολάρχη και αυτό είναι γνωστό, όπως και το ότι δεν ήταν ο μοναδικός καθηγητής. Αν τώρα συνεπικουρούνταν στο έργο του από 12 ή περισσότερους ή λιγότερους καθηγητές, από πού αλλού θα το μάθουμε, αν όχι από πηγές, όπως η εν λόγω χρονογραφία; Ακόμη και αν ο αριθμός είναι συμβολικός, ακόμη και αν υπήρχαν περισσότεροι καθηγητές, ισάριθμοι της καθοριστικής διάταξης του Θεοδοσίου Β', δεν μετείχαν όλοι αναγκαστικά στο συμβούλιο των 1+12, που αναφέρεται. Αντίθετα από όλους τους καθηγητές μετείχαν οι σοφότεροι (πάσαν επιστήμην μετερχομένους) και αυτό είναι αναμενόμενο, δείγμα αξιοκρατίας που ίσως σήμερα ξενίζει. Δεν αναφέρει ότι ήταν εκκλησιαστικοί άνδρες, αλλά ότι είχαν και θεολογικές γνώσεις (τα εκκλησιαστικά κρατύνοντας δόγματα), και αυτό βαρύνει την απόφασή τους να μην υποστηρίξουν τον αυτοκράτορα στις εικονομαχικές του δοξασίες. Το ότι ο Λέοντας θα ήθελε ένα συμβουλευτικό σώμα τέτοιου βεληνεκούς (όπως βγαίνει και από τον συμβολισμό 1+12), που χωρίς την σύμφωνη γνώμη τους τίποτα δεν θεσπίζονταν, να συμφωνεί μαζί του, είναι αυτονόητο. Και ότι θα προσπάθησε να τους πείσει και στην συνέχεια να τους μεταπείσει, μπορούμε να γίνει δεκτό με ασφάλεια. Και ποια χαρά να του πρόσφερε η εμμονή τους στην ορθόδοξη στάση, σε αυτόν που και τον πάπα τον ίδιο προσπάθησε να συλλάβει, αλλά δεν έφτανε μέχρι την Ρώμη το χέρι του. Άραγε εκτελέστηκαν οι 13 καθηγητές; Ο Γεώργιος Μοναχός λέει, ναι. Αν ναι, τότε είναι ομολογητές της πίστεως και μάρτυρες. Και κανονικά θα έπρεπε να είναι εγγεγραμμένοι στα μαρτυρολόγια και τους συναξαριστές της Εκκλησίας μας. Είναι αλήθεια ότι δεν έχουν φθάσει ως εμάς τα ονόματα όλων των μαρτύρων, ούτε είναι όλοι καταχωρημένοι. Υπάρχουν μάρτυρες, ομολογητές, άγιοι, τους οποίους γνωρίζει μόνο ο Θεός. Αλλά για άτομα γνωστά και καταξιωμένα, όπως ήταν οι καθηγητές που αναφέρονται, το πιο πιθανό είναι, ότι το μαρτύριό τους θα είχε καταγραφεί από την Εκκλησία και όχι μόνο από την Χρονογραφία της εποχής. Και αυτό είναι το σημείο που μπορεί να αμφιβάλλει κανείς στην διήγηση, αν δηλαδή, εκτελέστηκαν. Όπως και να έχει το ζήτημα, ακόμη και αν δεν εκτελέστηκαν με τον τρόπο που αναφέρει το Χρονικό, σίγουρα τιμωρήθηκαν, όπως τόσοι άλλοι, που έμειναν πιστοί στην εκκλησιαστική παράδοση, ακόμη και Πατριάρχες. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα που απασχολεί. Το ερώτημα είναι, τι να έγινε με το Πανεπιστήμιο και την βιβλιοθήκη; Διότι, ακόμη και αν δεν πυρπόλησαν οι ίδιοι οι εικονομάχοι τα ιδρύματα αυτά, το σίγουρο είναι ότι δεν συναντούμε ξανά ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα στην Κωνσταντινούπολη, πριν από τα μέσα του Θ' αι. και την ίδρυση της σχολής της Μαγναύρας, από τον Καίσαρα Βάρδα, στους χρόνους του Μιχαήλ Γ' (839-867). Και σ' αυτό, λοιπόν, ο Γεώργιος Μοναχός φαίνεται ακριβής.
       Αυτό το συμβάν καταγράφει και ο Ανώνυμος συγγραφέας του έργου Βίος και Πολιτεία και μερική θαυμάτων διήγησις  του εν αγιοις πατρός ημών Γερμανού αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του ομολογητού31, γραμμένη όπως συνάγεται από εσωτερικές ενδείξεις του κειμένου τον Η' αι.: «Πάσης δε της λογικής επιστήμης τους προύχοντας εκουσίως εαυτούς επιδούναι τότε παρευθύ τω θανάτω πέπεικε δια την προς τον Κύριον και Θεόν ημών και σωτήρα Ιησούν Χριστόν ειλικρινή και αμώμητον πίστιν˙ οις πάλαι προς το παλάτιον της βασιλικής λεγομένης Κιγστέρνης αφώριστο κατοικείν, εν ω κατά τύπον αρχαίον οικονομικώς (σ.σ. οικουμενικός) επενοήθη καθήσθαι διδάσκαλος έχων υφ' εαυτόν μαθητάς και βίω σεμνούς και λόγω σοφούς και πάντων εν πάσιν επερέχοντας εγχωρίων, επήλυδων και πολιτών, τον αριθμόν δεκαδύο˙ ων της γνώμης χωρίς ου θεμιτόν τι ποιείν εξήν ουδέ τοις βασιλεύσιν αυτοίς. Εκ τούτων ει τινα συμβέβηκε τελευτάν, συναθροιζόμενοι πάντες επί το αυτό κατά πάσαν γην την υπό Ρωμαίους απέστελλον ως εαυτούς μεταπέμπτους ποιούμενοι τους εις άκρον άπασαν γνώσιν της τε θύραθεν και της καθ' ημάς μετιόντας φιλοσοφίας, εξ ων ακριβεστάτη ερεύνη τον ειδήμονα και κρείττονα κατ' εκλογήν των λοιπών εαυτοίς εποιούντο συναρίθμιον.
       Ούτοι τω Κόνωνι μετά μεγάλης όσης προσελθόντες της παρρησίας, μη συγκατατίθεσθαι τη ασεβεία της αιρέσεως έλεγον, μηθ' όλως αιρείσθαι την άτοπον αυτού βουλήν εις πέρας αγαγείν, μήτε μην καταδέχεσθαι παραχαραχθήναι τι των ευαγγελικών και αποστολικών και πατρικών παραδόσεων ή ποσώς ενδούναι νομοθετηθείναι κατά κοινού τον νεαρώς εκτεθέντα νεωτεροποιόν όρον της πίστεως, μάλλον μεν ουν ασπάζεσθαι την ορθοδοξίαν, ην ο πατριάρχης πρεσβεύει Γερμανός, είναι τε τούτου σύμφρονες εισαει μεγάλαις ανωμολόγουν φωναίς.
       Τούτον τον τρόπον στερεώς προς τας αυτού φληναφώδεις προτάσεις αντιπίπτοντας ο εμβρόντητος τους ελλογίμους θεασάμενος, ατίμως συρήναι και κατακλεισθήναι τούτους εκεί διεκελεύατο˙ και διά της νυκτός πυρ κυκλόθεν ο του αιωνίου πυρός κληρονόμος δι' επιτεύγματος υφάψας, αυτοίς οικήμασιν άμα και βίβλοις και σκεύεσι τιμίοις τους ιερούς ο μιαρότατος άνδρας επυρπόλησε τε και ωλοκαύτωσεν. Έτος ην ότε ταύτα τω τολμητή των τοιούτων διεδραματήσατο, μικρον τι πλείστον ή έλαττον, ένατον εξ ότου τυραννικώς της βασιλείας εδράξατο». (§21-23)
      Παρέθεσα σε πλήρη έκταση το απόσπασμα για να φανεί εάν είναι ο Βίος πηγή του Γεωργίου Μοναχού ή εάν ισχύει το αντίθετο. Πέρα από τις εσωτερικές ενδείξεις που υποχρέωσαν τον Α. Παπαδόπουλο-Κεραμέα να το χρονολογήσει λίγο μετά την κοίμηση του Πατριάρχη Γερμανού (740), όσο αφορά το συγκεκριμένο συμβάν, ο ανώνυμος συγγραφέας κάνει πιο λεπτομερή καταγραφή και δίνει περισσότερες πληροφορίες από τον Γεώργιο, ο οποίος είναι πιο περιληπτικός. Αλλά υπάρχει στον επίλογο του συμβάντος ένα σημείο που πρέπει να προσεχθεί. Στο Χρονικό του ο Γεώργιος τελειώνει με την φράση «Έκτοτε ουν η των επιστημών γνώσις εν Ρωμανία εσπάνισε τη των βασιλευόντων γνωσιμάχων απονοία μειουμένη έως των ημερών Μιχαήλ και Θεοδώρας των ευσεβών και πιστών βασιλέων», και αυτό διότι έγραψε σε μεταγενέστερη εποχή και γνώριζε και την διάλυση του ιδρύματος και την επανίδρυσή του, και το αναφέρει για να τονίσει την ζημιά που επέφερε στην ανώτατη εκπαίδευση ο δυσσεβής αυτοκράτορας. Αντίθετα ο ανώνυμος συγγραφέας, αν και του ιδίου πνεύματος με τον Γεώργιο, δεν τελειώνει έτσι γιατί απλά έζησε πριν από αυτήν την περίοδο. Σωστά, λοιπόν τοποθετείται ο Βίος τον Η' αι. Δεν συμφωνούμε, ούτε με τον I. D. Andreev, ούτε με τον G. Ostrogorskij, οι οποίοι τον θεωρούν κατά πολύ μεταγενέστερο. Συνεπώς, το επιχείρημα ορισμένων (Lemerle, Fuchs, Bréhier) ότι ο εμπρησμός του Πανεπιστημίου και της βιβλιοθήκης από τον Λεόντα Γ', είναι μύθος, διότι δεν αναφέρεται σε καμιά σύγχρονη πηγή, ακυρώνεται. Η μεταχρονολόγηση του Βίου του πατριάρχη Γερμανού από αυτούς, είναι θέμα προτίμησης.
       Το συμβάν επίσης αναφέρεται και στα Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως, του Ψευδο-Κωδινού, έργο του Ι' αι. κατά την εκτίμηση του εκδότη τους Th. Preger: «Το δε τετραδήσιον το οκτάγωνον, εις ο ήσαν στοαί οκτώ ήγουν καμαροειδείς τόποι, διδασκαλείον εκείσε ετύγχανεν οικουμενικόν, και οι βασιλεύοντες αυτούς εβουλεύοντο και ουδέν έπραττον χωρίς αυτών˙ εξ ου και εξ αυτών εγένοντο πατριάρχαι και αρχιεπίσκοποι˙ πλησίον δε της βασιλικής ην και διήρκεσεν έτη υιδ' μέχρι δεκάτου χρόνου Λέοντος του Συρογενούς του πατρός Κωνσταντίνου του Καβαλλίνου. Ούτος γαρ παρατραπείς της θείας χάριτος και γυμνωθείς του θεού, δια το μη συγκοινωνείν τους τοιούτους διδασκάλους τη παρανομία αυτού πλησθείς οργής, κατέκαυσεν αυτούς άμα τοις οικήμασι, δεκέξ όντας, σχήματι μοναχούς32». Περί του τετραδήσιου οκταγώνου, το οποίο καταστράφηκε στην στάση του Νίκα το 532 μ.Χ. άλλοι (A. M. Schneider) δέχονται ότι δεν ξανακτίστηκε, οπότε θεωρούν κακώς πληροφορημένο τον συγγραφέα, ενώ άλλοι (R. Janin) θεωρούν ότι ξανακτίστηκε. Το καινούργιο στοιχείο που προστίθεται εδώ είναι οι δεκαέξι μοναχοί που φέρονται ως διδάσκαλοι της σχολής, πληροφορία που στηρίζει την άποψη όσων θεωρούν ότι η ανώτατη σχολή της εποχής είχε χαρακτήρα πατριαρχικής ακαδημίας. Δεν θα μπούμε σε αυτό το θέμα.
       Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι ότι το συμβάν επαναλαμβάνεται και από μεταγενέστερους, όπως ο Κ. Μανασσής, στην Σύνοψιν Χρονικήν, έργο γραμμένο σε 6733 δεκαπεντασύλλαβους, που ιστορεί τα γεγονότα από κτίσεως κόσμου έως το έτος 1081 μ.Χ. Στους στίχους 4262-3 μάλιστα αναφέρει ότι στην βιβλιοθήκη κείτονταν 36.500 τόμοι33. Τον αριθμό αυτό δίνει και ο Μιχαήλ Γλυκάς στην Χρονική Βίβλο34. Αν οι παραπάνω συμπληρώθούν με Κεδρηνό και Ζωναρά35, τότε η συντριπτική μαρτυρία ιστορικών και χρονογράφων τάσσεται υπέρ της παράδοσης. ‘Oσο περισσότερες οι μαρτυρίες, τόσο περισσότερο αμφιβάλλει ο Paul Lemerle και οι συν αυτώ, προκαλώντας ερωτηματικά. Η απορία μας έχει να κάνει με το εξής: πως είναι δυνατόν οι ίδιοι να αποδέχονται (για να μην πούμε δημιουργούν) έναν μύθο, όπως αυτός του υποτιθέμενου κλεισίματος της Ακαδημίας των Αθηνών από τον Ιουστινιανό το 529 μ.Χ., μύθο που στηρίζεται σε έναν υπαινιγμό από έναν μόνο ιστορικό της Ρωμανίας, τον Ιωάννη Μαλάλα, συνδέεται με ένα ελάχιστα σχετικό χωρίο του Αγαθία Σχολαστικού, που δίνει διαφορετική ερμηνεία, και από την άλλη, απορρίπτουν ένα γεγονός που μαρτυρείται από πλήθος ιστορικών και χρονογράφων. Πρόκειται για παρόμοια θέματα, το κλείσιμο της σχολής στην Αθήνα, το κλείσιμο της σχολής στην Κωνσταντινούπολη. Αλλά θα περίμενε κανείς από αυτούς που κατηγορούν τον Ιουστινιανό, ότι έκλεισε με διάταγμά του την σχολή της Αθήνας, να προσκομίσουν αυτό το διάταγμα. Πρόκειται για αυτοκράτορα που το τεράστιο νομοθετικό του έργο σώζεται στο σύνολό του. Αντ' αυτού μας παρουσιάζουν τον υπαινιγμό του Μαλάλα35. Είναι σκανδαλιστική η ευκολία με την οποία αποδέχονται το γεγονός, όσοι απορρίπτουν το αντίστοιχο κλείσιμο της σχολής της Κωνσταντινούπολης, μετά από τόσες μαρτυρίες. Για άλλη μια φορά γίνεται αντιληπτή η αποστροφή τους προς κάθε τι ορθόδοξο. Δυστυχώς με την αποστροφή αυτή έχουν μπολιάσει την επιστημοσύνη τους. Και ενώ θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν οι «φωτισμένοι», που δεν θέλουν να δούν την αποτυχία και την πτώση της ειδωλολατρείας, και γι' αυτό εφευρίσκουν διατάγματα εκεί που δεν υπάρχουν, πώς να ερμηνευθεί η σύμπλευσή τους με τους εικονομάχους αυτοκράτορες, που όχι μόνο οπισθοδρόμηση, αλλά κατάργηση επέφεραν στην εκπαιδευτική δραστηριότητα; Ενώ, λοιπόν, παιδεύονται ν' αποδείξουν την στρατοκρατική εικονομαχία, ως «μεταρρύθμιση», τα γεγονότα τους διαψεύδουν. Γι' αυτό απορρίπτουν τα γεγονότα. Είναι πιο βολικό.
       Ακόμα και αν μείνουμε στην ερμηνεία του Αγίου Νικηφόρου, Πατριάρχη Κων/πόλεως (806-815): «Επεί ουν πυκναί των βασιλέων επαναστάσεις εγένοντο και η τυρρανίς εκράτει τα τε της βασιλείας και της πόλεως κατημελείτο και διέπιπτε πράγματα, έτι μην και η των λόγων ηφανίζετο παίδευσις και τα τακτικά διελύετο.», αυτό δεν αναιρεί την προσωπική ευθύνη του Λέοντα. Διότι «ταύτα μαθόντες οι τε στρατιωτικοί και πολιτικοί άρχοντες» ζήτησαν την παραίτηση του Θεοδοσίου, «είτα εις ψήφον εληλυθότων του βασιλεύσοντος ηρέθη Λέων ο πατρίκιος,...»(Ιστορία σύντομος §52). Κατά τον Άγιο Νικηφόρο, που δίνει μια διαφορετική άποψη του θέματος, ο Λέοντας Γ' ανέβηκε στο θρόνο για ν' αντιμετωπίσει τις δυσκολίες της εποχής, μία εκ των οποίων ήταν και η παρακμή της ανώτατης εκπαίδευσης. Και σ' αυτό το ζήτημα δεν έπραξε τίποτα. Διότι μέχρι τα μέσα του επόμενου αιώνα δεν υπάρχει καμιά σχετική μνεία, δεν υπάρχει καμιά ένδειξη για την λειτουργία οποιασδήποτε μορφής πανεπιστημίου στην Κωνσταντινούπολη. Είτε, λοιπόν ενέπρυσε ο ίδιος  το διδασκαλείο και την βιβλιοθήκη, με ή χωρίς τους καθηγητές, είτε τα ιδρύματα αυτά καταστράφηκαν κατά τις δυναστικές έριδες των διεκδικητών της εξουσίας, και αυτός και οι διάδοχοί του απλώς αμέλησαν ν' αποκαταστήσουν τις ζημιές, η ευθύνη τους βαραίνει, όπως ακριβώς την καταλογίζει ο όσιος Θεοφάνης ηγούμενος της μονής του Αγρού και ομολογητής: «μάλιστα δε τους ευγενεία και λόγω διαφανείς ώστε και τα παιδευτήρια σβεσθήναι και την ευσεβή παίδευσιν την από του εν αγίοις Κωνσταντίνου του μεγάλου και μέχρι νυν κρατήσασαν, ης και μετά άλλων πολλών καλών καθαιρέτης ο σαρακινόφρων ούτος Λέωνγέγονεν36». 
  • 29)Georgii Monachi, Chronicon, έκδ. Carolus de Boor, Λιψεία 1904, τ. Β’ σελ. 742.
  • 30) P. Lemerle, Ο πρώτος βυζαντινός ουμανισμός…, σελ.84.
  • 31)Α.  Παπαδόπουλος-Κεραμεύς, Ανέκδοτα Ελληνικά, συγγραμμάτια, έγγραφα  τε και άλλα κείμενα κατ’ εκλογήν συλλεγέντα εκ των εν τη « Μαυρογορδάτειω βιβλιοθήκη» αναγραφομένων χειρογράφων, Κωνσταντινούπολη 1884, σελ. 3-17. Στην εισαγωγή οι ενδείξεις για την χρονολόγηση του κειμένου.
  • 32) Γεώργιου Κωδινού, Παρεκβολαί εκ της βίβλου του χρονικού περί των πατρίων της Κωνσταντινουπόλεως, εκδ. B. G. Niebhur, Βόννη 1843, σελ. 83. Επίσης Th. Preger, Scriptores originum constantinopolitanarum, Pseudo-Codini origins, Λειψία (Teubner) 1907, τ. Β’ σελ. 226.
  • 33) Κωνσταντίνου Μανασσή, Σύνοψις Χρονική διά στίχων, εκδ. I. Bekker, Βόννη 1837, σελ. 183.
  • 34) Μιχαήλ Γλυκά, Βίβλος Χρονική, εκδ. I. Bekker, Βόννη 1836, σελ. 522.
  • 35) Ιωάννη Μαλάλα, Χρονογραφία, §18: «Επί δε της υπατείας του αυτού Δεκίου ο αυτός βασιλεύς θεσπίσας πρόσταξιν έπεμψεν εν Αθήναις, κελεύσας μηδένα διδάσκειν φιλοσοφίαν μήτε νόμιμα εξηγείσθαι μήτε κόττον εν μια των πόλεων γίνεσθαι, επειδή εν Βυζαντίω ευρεθέντες τινές των κοττιστών και βλασφημίαις δειναίς εαυτούς περιβαλόντες χειροκοπηθέντες περιεμβωβήθησαν εν καμήλλοις.», εκδ. L. Dindorf, Βόννη 1831, σελ. 451.
  • 36) Κεδρηνός-Σκυλίτζης, εκδ. I. Bekker, τ.Α’ σελ. 795-6: «Προς γαρ τη λεγομένη βασιλική κινστέρνη παλάτιον ην σεμνόν, εν ω κατά τύπον αρχαίον οικουμενικός εκάθητο διδάσκαλος, έχων μαθητάς λόγω και βίω σεμνούς τον αριθμόν δώδεκα. Ούτοι πάσαν λογικήν επιστήμην τάχει τε και μεγέθει φύσεως μετερχόμενοι ουχ ήκιστα την εκκλησιαστικήν μετήεσαν θεοσοφίαν˙ ων της γνώμης χωρίς ου θεμιτόν τι ποιείν εδόκει ουδέ τοις βασιλεύσιν αυτοίς. Τούτους ο Κόνων συχνώς προσκαλούμενος επείραζε πείσαι τη αυτού αιρέσει. Καταθέσθαι δε μη καταδεχομένους αλλ’ αντιπίπτοντας ατίμως κατακλεισθήναι διεκελεύσατο εκείσε, δια δε της νυκτός πυρ κυκλόθεν υφάψας αυταίς εστίαις και βίβλοις πολλαίς και καλαίς και σκεύεσι ιεροίς ο μιαρός κατέκαυσεν».
    Ι. Ζωναράς, Επιτομή Ιστοριών, XV.3: « Οίκος ην εν τη καλουμένη Βασιλική έγγιστα των Χαλκοπρατίων βασίλειος, εν ω και βίβλοι της τε θύραθε σοφίας και της ευγενεστέρας και θειοτέρας πολλαί εναπέκειντο. Ην δε ούτος ανέκαθεν του προύχοντος εν λόγοις κατοικητήριον, ον οικουμενικόν εκάλουν διδάσκαλον˙ ος και δώδεκα είχεν ετέρους συνοικούντας αυτώ, κακείνω της λογικής παιδείας μετέχοντας κατά το ακρότατον. Τούτοις και σιτήσεις ανείντο δημόσιαι, και παρ’ αυτοίς εφοίτων οις έμελε λογικής παιδείας και γνώσεως, ους και ο βασιλεύων συμβούλους εν τοις πρακτέοις πεποίητο. Τούτους ουν ει έλοι και της αυτού ποιήσαιτο γνώμης, έκρινε το παν κατεργάσασθαι. Και τους άνδρας μεταστειλαμένους την περί των σεβαστών εικόνων γνώμην αυτού την πονηράν αυτοίς εκοινώσατο. Οι δε ουχ όσον ουχ ωμοδόξουν αυτώ, αλλά και αυτόν μεταστήσαι της γνώμης ταύτης επεχείρουν ολοσχερώς, πη μεν καταψώντες τον θήρα τον λεοντώνυμον και κατεπάδοντες αυτού τα σωτήρια, πη δε γενναιότερον αντιβαίνοντες και διελέγχοντες την ασέβειαν. Ο δε ωσεί ασπίς έβυε τα ώτα και φωνής επαδόντων ουκ ήκουεν ουδ’ εφαρμακεύετο παρά των σοφών. Πολλάκις ουν αυτοίς προσωμιληκώς και την αυτών μετάθεσιν απογνούς, τους μεν αφήκεν εις την σφετέραν πορευθήναι διατριβήν, τον οίκον εκείνον δηλαδή τον βασίλειον, αυτός δε κελεύσας εύπρηστον ύλην συναχθήναι πολλήν και πέριξ του οίκου τεθείσαν αναφθήναι νυκτός, ούτω τον τε οίκον συν ταις βίβλοις και τους σοφούς εκείνους άνδρας και σεβασμίους κατέκαυσε».
© 2009 impantokratoros.gr
Επιτρέπεται η χρήση, διάθεση και αναπαραγωγή του υλικού του ιστοχώρου αρκεί να διατηρείται το αρχικό νόημα χωρίς περικοπές που πιθανόν να το αλλοιώνουν για μή εμπορικούς σκοπούς,
με  βασική προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή:  www.impantokratoros.gr

Το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης

Το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης


Το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης
ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ ΤΩΝ ΜΕΣΩΝ ΧΡΟΝΩΝ
       Η τιτλοφορία του παρόντος κειμένου υπήρξε δύσκολη υπόθεση. Στην μακραίωνη διάρκεια της ελληνικής αυτοκρατορίας των Μέσων Χρόνων, δεν υπήρξε ένα μόνο ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Από τα ήδη καταγεγραμένα ιδρύματα, κανένα δεν ονομάζονταν Πανεπιστήμιο. Επίσης η ιστορία των Πανεπιστημίων ψάχνει τις ρίζες τους και στον ισλαμικό κόσμο κι έχει φθάσει μέχρι τις Ινδίες. Παρόλα αυτά υπάρχουν κάποιες σταθερές, στις οποίες μπορούμε να βασιστούμε. Η ανώτατη εκπαίδευση, ως παροχέας εξειδικευμένης και όχι στοιχειώδους παιδείας, παρέδιδε γνώσεις που αποκτήθηκαν τοπικά και όχι αλλού, παρέδιδε γνώσεις που συστηματοποιήθηκαν σε επιστήμες από τους Έλληνες. Ο τρόπος άλλαξε, κι ενώ στον αρχαίο κόσμο η ανώτατη παιδεία ήταν θέμα ιδιωτικής πρωτοβουλίας, στον μεσαιωνικό έγινε κομμάτι της κρατικής πολιτικής. Η ιστορική έρευνα για τα ιδρύματα αυτά μπορεί να επικεντρώνεται σε κτίρια, μαθήματα, διδασκάλους, νόμους, αλλά η ένοια Πανεπιστήμιο συνολικά, αν ειδωθεί ως θεσμός, τότε συγκριτικά τα διδασκαλεία της Κωνσταντινούπολης είναι ότι πιο κοντά έχουμε σε Πανεπιστήμιο την εποχή εκείνη. Συνεπώς ο τίτλος της εργασίας εκφράζει μια πραγματικότητα.


  © 2009 impantokratoros.gr
Επιτρέπεται η χρήση, διάθεση και αναπαραγωγή του υλικού του ιστοχώρου αρκεί να διατηρείται το αρχικό νόημα χωρίς περικοπές που πιθανόν να το αλλοιώνουν για μή εμπορικούς σκοπούς,
με  βασική προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή:  www.impantokratoros.gr

Ήταν το Βυζάντιο κράτος θεοκρατικό;

Ήταν το Βυζάντιο κράτος θεοκρατικό;


Ήταν το Βυζάντιο κράτος θεοκρατικό;
  ΗΤΑΝ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΚΡΑΤΟΣ ΘΕΟΚΡΑΤΙΚΟ;

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ
Ελληνορθόδοξη παράδοση: ρίζωμα και προοπτική
Για να αποφύγουμε τη σύγχυση την οποία προκαλεί η έλλειψη ορισμού της θεοκρατίας στους περισσότερους συγγραφείς, προτείνουμε τέσσερα κριτήρια με τα όποια μπορεί να ελεγχθεί η ύπαρξη και ο βαθμός θεοκρατίας σε ένα κράτος:

1) Ταύτιση πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας στο ίδιο πρόσωπο.
2) Επιβολή θρησκευτικών κανόνων στο σύνολο της νομοθεσίας.
3) Άσκηση της δημόσιας διοίκησης από θρησκευτικούς λειτουργούς.
4) Έλεγχος της εκπαίδευσης από τη θρησκευτική ιεραρχία.

Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, το «Βυζάντιο» δεν ικανοποιεί ούτε ένα απ' αυτά τα τέσσερα κριτήρια ενός θεοκρατικού κράτους. Ας τα δούμε με τη σειρά.

1) Το ότι ο «Πάπας» και ο «Καίσαρας» ήταν διαφορετικά πρόσωπα είναι φυσικά γνωστό. Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος είχε απόλυτη εξουσία πάνω σε όλες τις λειτουργίες της δημόσιας ζωής. Με άλλα λόγια, κανένας Χομεϊνί δεν κυβέρνησε ποτέ από τον Πατριαρχικό θρόνο πάνω σε όλο το κράτος. Επιπλέον κανένας επίσκοπος δεν ηγήθηκε ποτέ οποιουδήποτε στρατιωτικού τάγματος σε πολεμικές συγκρούσεις, όπως ήταν ο κανόνας στη Δύση.

2) Στο χώρο του Δικαίου, το «Βυζάντιο» συνέχισε τη μεγάλη Ρωμαϊκή παράδοση. Βασικός άξονας της νομοθεσίας σε όλη τη μακραίωνη ιστορία του παρέμεινε το Ρωμαϊκό Δίκαιο, όπως το είχε κωδικοποιήσει ο Ιουστιανός. Σ' αυτό προστέθηκαν κατά καιρούς τροποποιήσεις τις όποιες επέβαλαν οι νέες κοινωνικές συνθήκες και η επίδραση του Χριστιανισμού. Έτσι η τελική σύνθεση ήταν μία πολύ πιο ανθρωπιστική εκδοχή του αρχαίου Ρωμαϊκού Δικαίου. Όλα αυτά πάντως άνηκαν στην κοσμική (μη εκκλησιαστική) σφαίρα του κράτους. Οι νομικές σχολές και τα δικαστήρια δεν είχαν σχέση με την Εκκλησία, και οπωσδήποτε οι δικαστές δεν ήταν επίσκοποι, όπως συνέβαινε την ίδια εποχή στη Δύση. (Οι επίσκοποι μπορούσαν να είναι δικαστές σε ορισμένες περιπτώσεις, αν το ζητούσε ο κατηγορούμενος, αλλά αυτό αποτελούσε μια ανθρωπιστική παραχώρηση πού δεν αλλάζει την ουσία της κατά βάση κοσμικής δικαιοσύνης).

3) Η αδιατάρακτη πολιτιστική συνέχεια του «Βυζαντίου» είχε ως αποτέλεσμα να υπάρχει πάντοτε μια μορφωμένη γραφειοκρατία πού χειριζόταν τις κρατικές υποθέσεις. Αντίθετα, στη Δύση, όπως θα δούμε πιο αναλυτικά στο επόμενο κεφάλαιο, από τον 6ο αιώνα εμφανίζεται ένα τεράστιο κενό στην Παιδεία. Χαρακτηριστικό αποτέλεσμα της παρακμής των γραμμάτων στη Δύση είναι ότι δεν υπάρχουν πια μορφωμένοι μη εκκλησιαστικοί άνδρες για να επανδρώσουν τις στοιχειώδεις διοικητικές ανάγκες των νέων βαρβαρικών κρατών. Έτσι, από τον 7ο αιώνα, η Δυτική Ευρώπη βασίζεται αποκλειστικά πλέον σε κληρικούς για τις διπλωματικές, διοικητικές και εκπαιδευτικές λειτουργίες της.

Ήδη στην αυλή του Καρλομάγνου (τέλη 8ου αιώνα) όλοι σχεδόν οι γνωστοί λόγιοι, με εξαίρεση τον Einhard, είναι κληρικοί (Αλκουίνος, Παύλος Διάκονος, Πέτρος Διάκονος, Paulinus, κ.λπ.). Πρόκειται για μια εξέλιξη με κολοσσιαίες συνέπειες στη δυτική Ιστορία. Όχι μόνον επειδή διατηρήθηκε επί 1.000 χρόνια και σφράγισε το χαρακτήρα της Δύσης, αλλά και επειδή προκάλεσε τελικά ένα άγριο άντικληρικαλιστικό πνεύμα το όποιο ξέσπασε στα χρόνια του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης. Αυτή ή αντίδραση έχει διαμορφώσει τη σημερινή στάση του δυτικοευρωπαίου απέναντι στο Χριστιανισμό. Ο δυτικοευρωπαίος θα ήταν πολύ διαφορετικός άνθρωπος, αν δεν κουβαλούσε μέσα του αιώνες καταπίεσης από τη μονοπωλιακή θέση της Λατινικής Εκκλησίας στη δημόσια ζωή. Όλα αυτά είναι, βέβαια, εντελώς άγνωστα στους Ρωμηούς, αφού ο κοσμικός χαρακτήρας της ρωμαϊκής διοίκησης αποτέλεσε βασικό χαρακτηριστικό του «Βυζαντίου» σε όλη τη διάρκεια της ύπαρξης του. Γι' αυτό, άλλωστε, και άντικληρικαλιστικά μηνύματα δεν είχαν ποτέ επιτυχία στο χώρο μας[1].

4) Σε ό,τι άφορα την εκπαίδευση μπορούμε να διακρίνουμε τρεις τύπους σχολείων στο «Βυζάντιο»: τα δημόσια, τα ιδιωτικά και τα μοναστηριακά. Στα τελευταία επιτρεπόταν να φοιτούν μόνον παιδιά πού είχαν αφιερωθεί στο μοναχισμό. Μάλιστα, ή Οικουμενική Σύνοδος της Χαλκηδόνας (το 451) απαγόρευσε ρητά τη φοίτηση λαϊκών σ' αυτά τα σχολεία, και, απ' ό,τι φαίνεται, αυτός ο κανόνας εφαρμοζόταν χωρίς εξαίρεση[2]. Η πλειοψηφία λοιπόν των προγόνων μας της Ρωμανίας μορφωνόταν σε κοσμικά σχολεία σε αντίθεση με το τι συνέβαινε στη Δύση την ίδια εποχή. Όπως είναι γνωστό, στη Δύση, για πολλούς αιώνες, η πλήρης κατάρρευση του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού είχε ως συνέπεια την ανάδειξη της Εκκλησίας σε αποκλειστικό φορέα της Εκπαίδευσης. Η μόνη μόρφωση πού μπορούσε να πάρει κανείς ήταν αύτη την οποία παρείχαν τα μοναστήρια.

Αντίθετα, στο «Βυζάντιο» ή εκπαίδευση ήταν κυρίως προσκολλημένη στην κλασική παράδοση. Υποχρεωτικό ανάγνωσμα, μαζί με την Αγία Γραφή, ήταν ο Όμηρος, τον όποιον όλοι οι μαθητές μάθαιναν απέξω και τον εξηγούσαν λέξη προς λέξη[3]. Ό Ψελλός καυχιέται ότι από πολύ μικρός ήξερε ολόκληρη την Ιλιάδα απέξω[4]. Ή Άννα Κομνηνή αναφέρει εξηνταέξι φορές στίχους του Όμηρου στην «Αλεξιάδα» της, συχνά μάλιστα χωρίς να αισθάνεται την ανάγκη να προσθέσει τη διευκρίνηση «το ομηρικόν εκείνο...»[5]. Για να αντιληφθούμε το πολιτιστικό χάσμα πού χώριζε Ρωμαίους και Δυτικούς, αρκεί να θυμίσουμε ότι η Δύση πρωτογνώρισε τον Όμηρο μόλις τον 14ο αιώνα, όταν υστέρα από παραγγελία του Πετράρχη και του Βοκκάκιου, ένας Ρωμηός της Ν. Ιταλίας, ο Πιλάτος, μετέφρασε την Ιλιάδα και την Οδύσσεια στα λατινικά[6].

Ο κοσμικός χαρακτήρας της εκπαίδευσης καθ' όλη τη χιλιόχρονη ιστορία της αυτοκρατορίας τονίζεται και από το γεγονός ότι το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης ήταν ένα κρατικό ίδρυμα πού δε βρισκόταν ποτέ υπό τον έλεγχο της Εκκλησίας. Σύμφωνα με την ιδρυτική πράξη του (επί Θεοδοσίου Β', το 425),οι καθηγητές πληρώνονταν από το κράτος και μάλιστα απαλλάσσονταν από τους φόρους[7]. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο πρόγραμμα του Πανεπιστημίου δεν υπήρχε καν το μάθημα της Θεολογίας(!), αφού σκοπός της κρατικής εκπαίδευσης ήταν η μόρφωση κρατικών στελεχών και αξιωματούχων[8]

Όπως αναφέραμε και στην αρχή αυτής της ενότητας, το ζήτημα της θεοκρατίας στο «Βυζάντιο» είναι τεράστιο και δεν μπορεί να εξαντληθεί εδώ. Από τα λίγα πού εκτέθηκαν παραπάνω, ωστόσο, πρέπει να έγινε φανερό ότι ή μορφή της Χριστιανικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν αρκετά διαφορετική από αυτήν την οποία μας παρουσιάζουν διάφορες λαϊκιστικές απλοϊκές απόψεις. Με κίνδυνο να γίνουμε κουραστικοί θα ξαναπούμε ότι, δυστυχώς, πέφτουμε συχνά στο λάθος να ταυτίζουμε το σκοταδιστικό θεοκρατικό δυτικό μεσαίωνα με την αντίστοιχη εποχή του «Βυζαντίου».

Όπως είδαμε, όμως, οι διαφορές ήταν τεράστιες και πολύ ουσιαστικές. Η αμορφωσιά, η ανελευθερία, η θρησκευτική καταπίεση πού έφτασε ως την Ιερή Εξέταση, οι στρατοκράτες επίσκοποι πού οδηγούσαν τάγματα μοναχών σε μάχες, όλα αυτά είναι άγνωστα στον τόπο μας και στον πολιτισμό μας. Έτσι εξηγείται, κατά ένα μέρος, και η πεισματική αντίσταση των Ρωμηών στις προσπάθειες εκδυτικισμού τους την οποία παρατηρούμε από το 1204 μέχρι σήμερα.
Υπάρχουν και άλλες όψεις του πολιτιστικού χάσματος ανάμεσα σε Ρωμηούς και Δυτικούς προς εξέταση κατά το μεσαίωνα, εποχή η οποία συχνά αποκαλείται «σκοτεινή» για όλη την Ευρώπη. Όπως θα διαπιστώσουμε, αν με τον όρο «Ευρώπη» εννοούμε μόνο τη δυτική, τότε ο χαρακτηρισμός «σκοτεινή» είναι απόλυτα σωστός. Αν όμως περιλαμβάνουμε και τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το «Βυζάντιο», τότε πέφτουμε οι ίδιοι θύματα του σκοταδιστικού πολιτιστικού ιμπεριαλισμού της Δύσης.



Υποσημειώσεις
1) Είναι αξιοπρόσεκτο ότι τα δύο μοναδικά αντικληρικαλιστικά ρεύματα πού εμφανίστηκαν στην Ελλάδα είναι απλές «μεταφράσεις» δυτικών ρευμάτων, χωρίς καμιά επαφή με την ελληνική πραγματικότητα. Το ένα είναι ο φιλελεύθερος διαφωτισμός όπως εκφράστηκε, για παράδειγμα, από τον ανώνυμο συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας» και το άλλο ο μαρξισμός. Ο πρώτος είναι τόσο ξεκομμένος από την ελληνική πραγματικότητα ώστε να μιλάει για «τάγματα» ιερέων και αρχιμανδριτών, θεσμό άγνωστο στον τόπο μας (αλλά πολύ διαδεδομένο στη Δύση...). Ο κορυφαίος ερευνητής (και ενθουσιώδης υπέρμαχος) του νεοελληνικού Διαφωτισμού, ο Κ. Θ. Δημαράς, δέχεται ότι «πρέπει να μην αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να πρόκειται για συγγραφέα στερημένο από ελληνική σχολική εκπαίδευση» (βλ. Κ. Θ. Δημαράς, 1977,σ. 48). Από την άλλη, ο μαρξισμός, με τα δύσκαμπτα ιδεολογικά σχήματα πού βασίζονταν αποκλειστικά στη δυτική εμπειρία, προσπάθησε να ξεπεράσει τις συνεχείς «δυσκολίες» πού συναντούσε στην ερμηνεία της ελληνικής κοινωνίας καταφεύγοντας στην «ιδεολογική σύγχυση της ελληνικής άρχουσας τάξης» ή στην «εσφαλμένη συνειδητοποίηση της εργατικής τάξης». Θα χρειαζόταν ασφαλώς μια πληρέστερη μελέτη σχετικά με την παντελή άγνοια της ελληνικής Ιδιαιτερότητας από αυτά τα δυο ρεύματα.
2 Βλ. Buckler,σ. 309.
3 οπ. παρ., σ. 295.
4 Βλ.Ράνσιμαν (1979),σ. 250.
5 οπ. παρ., σ. 250.
6 Βλ. Γιαννακόπουλος (1966),σ. 54.
7 Βλ. Buckler (1986),σ. 310.
8 Βλ. Lemerle (1983), σ. 89-90.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ
Πηγή: Ελληνορθόδοξη παράδοση: ρίζωμα και προοπτική

http://www.egolpion.com/5D2E96D8.el.aspx